επταβόειος

επταβόειος
ἑπταβόειος, -ον (Α)
1. ο καλυμμένος με επτά επάλληλα βοδινά δέρματα («σάκος... ἑπταβόειον» — ασπίδα χάλκινη ή ξύλινη ντυμένη με επτά δέρματα, Ομ. Ιλ.)
2. μτφ. κωμικά («θυμοὶ ἑπταβόειοι» — θυμοί όσο επτά βοδιών μαζί, Αριστοφ.).

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • ἑπταβόειος — of seven bulls hides masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑπταβόειον — ἑπταβόειος of seven bulls hides masc/fem acc sg ἑπταβόειος of seven bulls hides neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑπταβοείου — ἑπταβόειος of seven bulls hides masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑπταβοείους — ἑπταβόειος of seven bulls hides masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αργιβόειος — ἀργιβόειος, η (Α) αυτή που τρέφει λευκά βόδια (επίθ. της Εύβοιας). [ΕΤΥΜΟΛ. < αργι * + βόειος < βους (πρβλ. επταβόειος, τετραβόειος κ.ά.)] …   Dictionary of Greek

  • επτάβοιος — ἑπτάβοιος, ον (Α) επταβόειος* («ἑπτάβοιον ἄρρηκτον σάκος», Σοφ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < επτά + * βο(F)ιος (πρβλ. σανσκρ. gavya «βούτυρο». Παλαιότερος τ. τού επιθέτου βόειος (< βους). Απαντά μόνον εν συνθέσει (πρβλ. εννεά βοιος, εκατόμ βοιος)] …   Dictionary of Greek

  • επτάβυρσος — ἑπτάβυρσος, ον (Α) επταβόειος …   Dictionary of Greek

  • ԵՕԹՆԿԱՇԵԱՆ — ( ) NBH 1 0708 Chronological Sequence: 10c ա. ἐπταβόειος septem bubulis pellibus factus Կազմեալ յեօթն կաշւոյ, կամ ի մորթոյ արջառոց. *Տեսեալ զվահանն էանդայ զեօթնկաշեանն՝ ոչ կարի մեծ, որպէս գրեաց հոմերոս. Պտմ. աղեքս …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”